mykarditsa.gr

Η Καρδίτσα είναι πόλη της Ελλάδας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού Καρδίτσας, του άλλοτε νομού Θεσσαλιώτιδας, της Θεσσαλίας. Κατά την απογραφή του 2011 το δημοτικό διαμέρισμα Καρδίτσας είχε πληθυσμό 61.935 κατοίκους(νόμιμος πληθυσμός). Το 1950 αριθμούσε περίπου 14.000.

Βρίσκεται στο μέσον σχεδόν της Θεσσαλικής πεδιάδας και παραρρέεται από παραπόταμο του Πηνειού λεγόμενος και "ποταμός της Καρδίτσας". Οι πρώτες ασφαλείς πληροφορίες για την ύπαρξη της Καρδίτσας ανάγονται στον 15ο αιώνα και προέρχονται από οθωμανικές διοικητικές πηγές. Το "karditsa" θεωρείται παραφθορά του σλαβικού "Gradista", το οποίο σημαίνει "οριοθετημένος, οχυρωμένος τόπος", χωρίς όμως να εντοπίζεται διαχρονικά κάποια φρουριακή κατασκευή στην περιοχή. Ο οικισμός φέρεται να αντικατέστησε τη γειτονική Μητρόπολη, σημαντική πόλη στα νοτιοδυτικά, η οποία καταστράφηκε κατά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών στη Θεσσαλία (6ος - 8ος αι.). Η έλλειψη βυζαντινών πηγών δεν μας επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την τύχη ή ακόμη και την ίδια την ύπαρξη της Καρδίτσας την εποχή αυτή.

Η πόλη φημίζεται για την καλή ρυμοτομία της, μια και είναι πεδινή, τους πολλούς πεζόδρομους και το πρώτο δίκτυο ποδηλατοδρόμων. Σε κεντρικό σημείο της πόλης βρίσκεται το υπέροχο άλσος του Παυσιλύπου, με τα ελεύθερα παγώνια, στην άκρη του οποίου δεσπόζει ο ιστορικός μητροπολιτικός ναός των Αγίων Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Ελένης. Στη δυτική άκρη του άλσους έχει ανεγερθεί ο έφιππος ανδριάντας του Νικολάου Πλαστήρα. Κοντά στην πόλη υπάρχει επίσης το δάσος της Παπαράντζας (Χίλια Δέντρα), όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία.

Η Καρδίτσα είναι το μεγαλύτερο δημοτικό διαμέρισμα και έδρα του δήμου Καρδίτσας, ο οποίος είχε πληθυσμό 61.935(νόμιμος πληθυσμός)κατοίκους κατά την απογραφή του 2011. Στον δήμο περιλαμβάνονται τα δημοτικά διαμερίσματα Αγιοπηγής, Αρτεσιανού, Καρδίτσας, Καρδιτσομαγούλας, Παλαιοκκλησίου και Ρούσσου.

Πληθυσμός

Το κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο του θεσσαλικού κάμπου και κυρίως του πεδινού τμήματος του νομού (που αποτελεί το 49% της συνολικής του έκτασης) είναι οι Καραγκούνηδες. Θεωρούνται άμεσοι απόγονοι των πρώτων κατοίκων της περιοχής εδώ και 3000 χρόνια περίπου. Η ετυμολογία της λέξης Καραγκούνης αποτελεί δύσκολη υπόθεση. Μια πρώτη εξήγηση αναφέρει ότι το πρώτο συνθετικό (καρά-) τουρκικής προέλευσης παραπέμπει στο μαύρο χρώμα, ενώ όσον αφορά στο δεύτερο (-γκουν) ίσως στο γκούνα (κατεργασμένο δέρμα ζώου), ή στο τούρκικο γιουνάν (Έλληνες), ή κατά άλλους μαύρη γούνα ή μαύρο γένος με την έννοια του φοβερού. Άλλη ερμηνευτική προσπάθεια, λιγότερο ή περισσότερο βάσιμη σχετίζεται με το ελληνικό κάρα (κεφαλή) + το ρήμα κουνώ (καθόσον οι καραγκούνηδες συνήθιζαν αντί για την καταφατική απάντηση ναι να κουνούν το κεφάλι τους). Θεωρούνται άνθρωποι ολιγαρκείς, καλοί πεζοπόροι και ιππείς και ιδιαίτερα ανθεκτικοί στις αντίξοες συνθήκες λόγω του ηπειρωτικού κλίματος της περιοχής. Επίσης είναι γνωστή η ευθύτητα στη συμπεριφορά τους και η φιλοξενία. Τέλος σπουδαία είναι η λαϊκή παράδοσή τους και εξίσου χαρακτηριστικά τα έθιμα τους.

Ιστορία

Η Καρδίτσα είναι η νεότερη από τις υπόλοιπες τρεις θεσσαλικές πρωτεύουσες παρόλο που ο νομός κατοικήθηκε από την αρχή της παλαιολιθικής εποχής. Το όνομά της προήλθε πιθανότητα από το γεγονός ότι βρίσκεται στην καρδία-μέσο της Ελλάδος και του Θεσσαλικού κάμπου. Η πρώτη αναφορά για τον οικισμό γίνεται από τον Άγγλο περιηγητή Leake το 1810, ενώ θα γίνει επίσημα δήμος το 1882, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους. Στις 12 Μαρτίου 1943 η Καρδίτσα γίνεται η πρώτη ελεύθερη πόλη της Ευρώπης με τη βοήθεια των αγωνιστών του Ε.Λ.Α.Σ, ενώ κατά τη διάρκεια της αντίστασης στο οροπέδιο της σημερινής λίμνης Πλαστήρα λειτούργησε συμμαχικό αεροδρόμιο. Τον Οκτώβρη του 1943, ύστερα δηλαδή από 10 μήνες, η Καρδίτσα καταλαμβάνεται εκ νέου, αυτή τη φορά από τους Γερμανούς, οι οποίοι συνεχίζουν την κατοχή ως το Σεπτέμβριο του 1944. Η Αντίσταση συνεχίζει με μεγαλύτερη ένταση τον αγώνα. Η Κυβέρνηση του βουνού βρίσκεται στο Πετρίλο . Στη Νευρόπολη λειτουργεί το Αντάρτικο Αεροδρόμιο. Δίνονται πια μάχες εκ παρατάξεως στα βουνά, στον κάμπο, ακόμη και μέσα στην πόλη, στη Ριζάβα (Ριζοβούνι), στο Τσαούσι (Γεωργικό), στο Παλιόκαστρο (Μητρόπολη), στο σταθμό Φαναρίου, με αποκορύφωμα τη «μάχη της σοδειάς»(Εγχειρίδιο τοπικής Ιστορίας, 1997). Οι Γερμανοί δε νιώθουν πια ασφαλείς στην Καρδίτσα. Η ανασφάλεια τους εξαγριώνει και προβαίνουν σε σκληρά αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό με ομαδικές εκτελέσεις πατριωτών, καταστροφές και εμπρησμούς. Τον Αύγουστο του 1944 αρχίζει για τους Γερμανούς η αντίστροφη μέτρηση. Τα συνεχή χτυπήματα των ανταρτών, η γεωγραφική θέση της Καρδίτσας (η πόλη βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τα Άγραφα), η κατάρρευση του Ανατολικού Μετώπου και προέλαση των Ρώσων (που δημιουργούν κίνδυνο αποκοπής των Γερμανών στα Βαλκάνια), όλα αυτά τους αναγκάζουν να εγκαταλείψουν την Καρδίτσα τις πρωινές ώρες της 23ης Σεπτεμβρίου 1944. Η Καρδίτσα ελευθερώνεται από την ξένη κατοχή οριστικά (Εγχειρίδιο τοπικής Ιστορίας, 1997).

Η μάχη της Καρδίτσας

Το Δεκέμβριο του 1948 στην Καρδίτσα συνέβη μια από τις φονικές μάχες του εμφυλίου πολέμου, όταν ισχυρές δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ) επιτέθηκαν στην πόλη. Συγκεκριμένα, συγκεντρώθηκαν τη νύχτα της 11ης προς 12η Δεκεμβρίου σε ορεινή περιοχή δυτικά της Καρδίτσας η 1η και 2η μεραρχία του ΔΣΕ καθώς και μια ταξιαρχία ιππικού υπό τον Κώστα Καραγιώργη και κινήθηκαν προς την Καρδίτσα. Από το απόγευμα της 11ης Δεκεμβρίου αρκετοί αντάρτες του ΔΣΕ είχαν μπει στην πόλη σαν φιλήσυχοι πολίτες. Για την ασφάλεια της Καρδίτσας είχε διατεθεί δύναμη 600 ανδρών με πυροβολικό, καθώς και περίπου 90 οπλίτες χωροφύλακες που ήταν κατανεμημένοι σε εξωτερικά φυλάκια και σε ορισμένα κέντρα αντίστασης μέσα στην πόλη.

Η δύναμη του ΔΣΕ, αφού απέκοψε προηγουμένως με διάφορα αποσπάσματα τη συγκοινωνία προς την Καρδίτσα ανατινάζοντας γέφυρες και απομονώνοντας τα φυλάκια του Ελληνικού Στρατού, προκειμένου έτσι να δυσχεράνουν οποιαδήποτε ενίσχυση, επιτέθηκε κατά των εξωτερικών φυλακίων, όπου και πέτυχε λόγω της υπεροχής της να τα καταλάβουν. Σε ένα από τα φυλάκια μάλιστα φονεύθηκε όλη η δύναμη οπλιτών αυτού μαζί με τον αξιωματικό τους. Στη συνέχεια οι αντάρτες, αφού εισήλθαν στη πόλη, άρχισαν τις "χωρίς προηγούμενο λεηλασίες, φόνους και τους εμπρησμούς οικιών και απαγωγές ομήρων (?)", ενώ συνέχιζαν την επίθεση κατά των αμυνομένων στα διάφορα κέντρα αντίστασης.

Όταν μέσω ασυρμάτου ειδοποιήθηκε το Β' Σώμα Στρατού, στάλθηκε ισχυρή δύναμη με άρματα μάχης, τα οποία και έφθασαν το απόγευμα της ίδιας ημέρας, δηλαδή της 12ης Δεκεμβρίου. Επακολούθησαν οδομαχίες μέσα στην πόλη που κράτησαν μέχρι το απόγευμα της 13ης Δεκεμβρίου, οπότε και οι αντάρτες καταδιωκόμενοι εγκατέλειψαν την πόλη.

Κατά τη μάχη μεγάλη υπήρξε η υπηρεσία που πρόσφεραν οι πρόσκοποι της Καρδίτσας, καθώς και άλλοι νεολαίοι. Στη μάχη της Καρδίτσας καταμετρήθηκαν περίπου 50 νεκροί από τον άμαχο πληθυσμό, ενώ απήχθηκαν ως όμηροι περίπου 500. Από τις δυνάμεις του Εθνικού Στρατού υπήρξαν 19 νεκροί και 85 τραυματίες.

Αξιοθέατα

Δυτικά στο τέλος του κεντρικού πεζόδρομου της πόλης συναντάμε το νεοκλασικό ξενοδοχείο Άρνη, που έκτισε Γάλλος αρχιτέκτονας το 1920 και διέθετε θολωτό τρούλο. Νότια της κεντρικής πλατείας σε μικρή απόσταση βρίσκεται το εντυπωσιακό κτίριο της Δημοτικής Αγοράς ίσως το μοναδικό εναπομένον κτίριο αρχιτεκτονικού στυλ γνωστού ως "Μοντέρνο Κίνημα" βασισμένου στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. Λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού (όπου γίνονται εκθέσεις και παρουσιάσεις), ψυχαγωγίας, αλλά και ως εμπορικό κέντρο. Η οδός Βάλβη που οδηγεί στην αγορά είναι δρόμος που διατηρεί το χρώμα της παλαιάς Καρδίτσας.

Σε κεντρικό σημείο της πόλης δίπλα στην πλατεία Πλαστήρα βρίσκεται το άλσος του Παυσιλύπου, το όνομα του οποίου προέρχεται από το γεγονός ότι ο περίπατος σ' αυτό οδηγεί σε "παύση της λύπης". Δίπλα στο πάρκο συναντάμε το Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου του 19ου αιώνα (από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα). Κοσμείται με τοιχογραφίες του γνωστού Καρδιτσιώτη ζωγράφου Δημητρίου Γιολδάση. Μπαίνοντας στο Ναό κρέμεται η «άστοχη γερμανική βόμβα», που δεν έσκασε ποτέ προστατεύοντας σαν από θαύμα τον υπέροχο τρούλο του Ναού. Μέσα στο ναό υπάρχει περίτεχνο εικονοστάσι αφιερωμένο στον Άγιο Σεραφείμ (επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου), που είναι και ο πολιούχος.

Πολύ κοντά βρίσκεται το Λαογραφικό μουσείο Λάμπρου και Ναυσικάς Σακελλαρίου που φιλοξενεί προσωπικά αντικείμενα του Νικολάου Πλαστήρα, καραγκούνικες φορεσιές, κοσμήματα και εξαρτήματα παραδοσιακών στολών. Βόρεια της μητρόπολης σε μικρή απόσταση, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής (περιοχή Καμινάδων) του 19ου αιώνα με το ξυλόγλυπτο τέμπλο.

Στο τέλος του κεντρικού πεζόδρομου, φεύγοντας από το Παυσίλυπο, βρίσκεται η κεντρική πλατεία, χαρακτηριστικό της οποίας είναι το κτίριο της Τραπέζης Πίστεως, το παλιό "Πάλλας", εξαιρετικό νεοκλασικό, που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και λειτούργησε ως ξενοδοχείο κι έπειτα ως κινηματογράφος. Σημείο αναφοράς είναι το Σιντριβάνι, που είναι πρόσφατο στολίδι για την πλατεία και απεικονίζει στις άκρες του τους αστερισμούς σε κάθε σημείο του ορίζοντα.

Άλλα σημαντικά κτίρια είναι το Δικαστικό μέγαρο, το ανακαινισμένο κτίριο της Επισκοπής και το πέτρινο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας.